downspout
down
ˈdaʊn
dawn
spout
spaʊt
spawt

Ορισμός και σημασία του "downspout"στα αγγλικά

01

κατακόρυφος σωλήνας αποχέτευσης, κάθετος σωλήνας βροχόνερο

a vertical pipe attached to a building which carries away rainwater from the roof to the ground 
Dialectamerican flagAmerican
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downspouts
Παραδείγματα
The heavy rain caused the downspout to overflow, leading to water pooling around the foundation. 

Η καταρρακτώδης βροχή προκάλεσε την υπερχείλιση του καταρράκτη, οδηγώντας σε συσσώρευση νερού γύρω από το θεμέλιο.

Λεξικό Δέντρο

downspout

down

+

spout

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store