downtime
down
ˈdaʊn
dawn
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "downtime"στα αγγλικά

01

χρόνος διακοπής λειτουργίας, downtime

the time in which a machine, like a computer, is not operational 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downtimes
Παραδείγματα
The computer experienced downtime due to a software update. 

Ο υπολογιστής γνώρισε χρόνο διακοπής λόγω ενημέρωσης λογισμικού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store