Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
downtown
01
του κέντρου της πόλης, της επιχειρηματικής περιοχής
situated in the central business district of a city
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The downtown streets are lined with historic buildings and museums.
Οι δρόμοι του κέντρου της πόλης είναι περιστοιχισμένοι με ιστορικά κτίρια και μουσεία.
Downtown
01
κέντρο της πόλης, αστική περιοχή
the main business area of a city or town located at its center
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She commutes to downtown every day for work.
Εκτελεί καθημερινά μετακινήσεις προς το κέντρο της πόλης για δουλειά.
downtown
01
προς το κέντρο της πόλης, στο κέντρο της πόλης
toward or within the central or main business area of a town or city
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They decided to head downtown for the weekend festival.
Αποφάσισαν να κατευθυνθούν προς το κέντρο της πόλης για το φεστιβάλ του Σαββατοκύριακου.
Λεξικό Δέντρο
downtown
down
town



























