Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
downstairs
01
κάτω, στον κάτω όροφο
on or toward a lower part of a building, particularly the first floor
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
adverb of place
Παραδείγματα
I left my bag downstairs in the entryway.
Άφησα την τσάντα μου κάτω στην είσοδο.
downstairs
01
κάτω, στο ισόγειο
located on a lower floor of a building, particularly the ground floor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The downstairs living room is cozy and inviting.
Το σαλόνι κάτω είναι ζεστό και ελκυστικό.
The downstairs
01
ισόγειο, κάτω πάτωμα
a floor that is located on a lower level of a building, particularly at the ground level
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downstairs
Παραδείγματα
The downstairs of the house is newly renovated.
Ο κάτω όροφος του σπιτιού έχει ανακαινιστεί πρόσφατα.
Λεξικό Δέντρο
downstairs
down
stairs



























