downtime
Pronunciation
/ˈdaʊnˌtaɪm/

Ορισμός και σημασία του "downtime"στα αγγλικά

01

χρόνος διακοπής λειτουργίας, downtime

the time in which a machine, like a computer, is not operational
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The website had unexpected downtime, causing frustration for users.
Ο ιστότοπος είχε απρόσμενο χρόνο διακοπής, προκαλώντας απογοήτευση στους χρήστες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store