Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to distress
01
θλίβω, συγκλονίζω
to cause someone difficulty or hardship, particularly financial struggles or emotional turmoil
Transitive: to distress sb
Παραδείγματα
The sudden loss of his job distressed him greatly, as he struggled to pay his bills.
Η ξαφνική απώλεια της δουλειάς του τον συνέτριψε πολύ, καθώς αγωνιζόταν να πληρώσει τους λογαριασμούς του.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
distress
γ΄ ενικό πρόσωπο
distresses
ενεστώτα μετοχή
distressing
απλός αόριστος
distressed
παθητική μετοχή
distressed
Παραδείγματα
The news of the accident distressed her deeply.
Η είδηση του ατυχήματος την θλίψε βαθιά.
Distress
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
distresses
Παραδείγματα
She was in distress after hearing the tragic news.
Ήταν σε αγωνία αφού άκουσε την τραγική είδηση.
02
αγωνία, κατεπείγουσα ανάγκη
a situation where an airplane, ship, etc. requires help because it is in serious danger
Παραδείγματα
The distress call from the stranded hikers prompted an immediate search and rescue operation.
Η κλήση κινδύνου από τους παγιδευμένους πεζοπόρους προκάλεσε άμεση επιχείρηση αναζήτησης και διάσωσης.
03
κατάσχεση, έκπτωση
the act of seizing and holding property as security for debt or to satisfy a claim
Παραδείγματα
The landlord used distress to recover unpaid rent.
Ο ιδιοκτήτης χρησιμοποίησε την κατάσχεση για να ανακτήσει το απλήρωτο ενοίκιο.
04
πόνος, ταλαιπωρία
intense physical pain or suffering
Παραδείγματα
The athlete was in visible distress after the injury.
Ο αθλητής ήταν σε ορατή αγωνία μετά τον τραυματισμό.
Λεξικό Δέντρο
distressed
distressing
distress



























