Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Distance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
distances
Παραδείγματα
The telescope allowed astronomers to accurately measure the distance to distant galaxies.
Το τηλεσκόπιο επέτρεψε στους αστρονόμους να μετρήσουν με ακρίβεια την απόσταση σε μακρινούς γαλαξίες.
02
απόσταση, μακρινή περιοχή
a distant region
03
απόσταση
size of the gap between two places
04
απόσταση, αποστασιοποίηση
indifference by personal withdrawal
05
διάστημα, απόσταση
the interval between two times
06
απόσταση, μακριά
a remote point in time
to distance
01
αποστασιοποιούμαι, κρατώ απόσταση
to deliberately keep someone or something at a certain emotional or figurative distance
Ditransitive: to distance sb/sth from sb/sth | to distance oneself from sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
distance
γ΄ ενικό πρόσωπο
distances
ενεστώτα μετοχή
distancing
απλός αόριστος
distanced
παθητική μετοχή
distanced
Παραδείγματα
The manager chose to distance the team from external distractions during the project.
Ο διαχειριστής επέλεξε να απομακρύνει την ομάδα από εξωτερικές περισπάσεις κατά τη διάρκεια του έργου.
02
αποστασιοποιούμαι, δημιουργώ απόσταση
to create a significant gap or separation between oneself and something else in terms of physical distance, progress, or achievement
Transitive: to distance a competitor
Παραδείγματα
The exceptional student 's dedication and hard work enabled her to distance her classmates.
Η αφοσίωση και η σκληρή δουλειά του εξαιρετικού μαθητή της επέτρεψαν να απομακρύνει τους συμμαθητές της.



























