Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discipline
01
πειθαρχώ, εκπαιδεύω
to train a person or animal by instruction and exercise, usually with the aim of improving or correcting behavior
Transitive: to discipline a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discipline
γ΄ ενικό πρόσωπο
disciplines
ενεστώτα μετοχή
disciplining
απλός αόριστος
disciplined
παθητική μετοχή
disciplined
Παραδείγματα
Parents use various methods to discipline their children, teaching them values and acceptable behavior.
Οι γονείς χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους για να πειθαρχήσουν τα παιδιά τους, διδάσκοντας τους αξίες και αποδεκτή συμπεριφορά.
Discipline
Παραδείγματα
Psychology is a discipline that focuses on understanding human behavior and mental processes.
Η πειθαρχία είναι μια πειθαρχία που επικεντρώνεται στην κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των διανοητικών διεργασιών.
02
πειθαρχία, έλεγχος
the practice of using methods such as punishment, training, or guidance to enforce rules and improve behavior
Παραδείγματα
Effective discipline in the classroom helps maintain order and promotes a conducive learning environment.
Η αποτελεσματική πειθαρχία στην τάξη βοηθά στη διατήρηση της τάξης και προωθεί ένα ευνοϊκό περιβάλλον μάθησης.
03
αυτοπειθαρχία, προσωπική πειθαρχία
the personal quality of behaving properly and keeping one's actions under control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The child showed discipline by following every instruction.
Το παιδί έδειξε πειθαρχία ακολουθώντας κάθε οδηγία.
04
πειθαρχία, κανονισμός
an organized set of rules or methods governing behavior or practice
Παραδείγματα
Military discipline requires strict compliance.
Η στρατιωτική πειθαρχία απαιτεί αυστηρή συμμόρφωση.
05
πειθαρχία, προπόνηση
training intended to strengthen self-control or improve skill through regular practice
Παραδείγματα
Discipline helped her break old habits.
Η πειθαρχία τη βοήθησε να σπάσει παλιές συνήθειες.
Λεξικό Δέντρο
disciplined
discipline



























