Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disclaim
01
αποποιούμαι, αρνούμαι την ευθύνη
to state publicly that one takes no responsibility for something or has no knowledge of it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disclaim
γ΄ ενικό πρόσωπο
disclaims
ενεστώτα μετοχή
disclaiming
απλός αόριστος
disclaimed
παθητική μετοχή
disclaimed
02
αποποιούμαι μια νομική αξίωση ή τίτλο, παραιτούμαι από ένα νόμιμο δικαίωμα ή τίτλο
renounce a legal claim or title to
Λεξικό Δέντρο
disclaimer
disclaim
claim



























