to disclaim
Pronunciation
/dɪˈskɫeɪm/

Ορισμός και σημασία του "disclaim"στα αγγλικά

to disclaim
01

αποποιούμαι, αρνούμαι την ευθύνη

to state publicly that one takes no responsibility for something or has no knowledge of it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disclaim
γ΄ ενικό πρόσωπο
disclaims
ενεστώτα μετοχή
disclaiming
απλός αόριστος
disclaimed
παθητική μετοχή
disclaimed
02

αποποιούμαι μια νομική αξίωση ή τίτλο, παραιτούμαι από ένα νόμιμο δικαίωμα ή τίτλο

renounce a legal claim or title to

Λεξικό Δέντρο

disclaimer
disclaim
claim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store