disciplined
disc
ˈdɪs
dis
ip
ɪp
ip
lined
lɪnd
lind

Ορισμός και σημασία του "disciplined"στα αγγλικά

disciplined
01

πειθαρχημένος, αυστηρός

having devoted a lot of time and effort into learning necessary skills for a particular field or activity 
disciplined definition and meaning
Παραδείγματα
He is a disciplined musician who has practiced diligently to master his instrument. 

Είναι ένας πειθαρχημένος μουσικός που έχει εξασκήσει επιμελώς για να κυριαρχήσει στο όργανό του.

02

πειθαρχημένος, υπακούει στους κανόνες

obeying the rules 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disciplined
συγκριτικός βαθμός
more disciplined
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

undisciplined
disciplined
discipline
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store