Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disciplined
01
πειθαρχημένος, αυστηρός
having devoted a lot of time and effort into learning necessary skills for a particular field or activity
Παραδείγματα
The disciplined artist spends hours perfecting their craft, striving for excellence in every piece.
Ο πειθαρχημένος καλλιτέχνης ξοδεύει ώρες τελειοποιώντας τη τέχνη του, προσπαθώντας για αριστεία σε κάθε έργο.
02
πειθαρχημένος, υπακούει στους κανόνες
obeying the rules
Λεξικό Δέντρο
undisciplined
disciplined
discipline



























