disciplined
Pronunciation
/ˈdɪsəpɫənd/

Ορισμός και σημασία του "disciplined"στα αγγλικά

disciplined
01

πειθαρχημένος, αυστηρός

having devoted a lot of time and effort into learning necessary skills for a particular field or activity
disciplined definition and meaning
Παραδείγματα
The disciplined artist spends hours perfecting their craft, striving for excellence in every piece.
Ο πειθαρχημένος καλλιτέχνης ξοδεύει ώρες τελειοποιώντας τη τέχνη του, προσπαθώντας για αριστεία σε κάθε έργο.
02

πειθαρχημένος, υπακούει στους κανόνες

obeying the rules
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disciplined
συγκριτικός βαθμός
more disciplined
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

undisciplined
disciplined
discipline
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store