Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Couple
Παραδείγματα
A couple was looking at the menu outside the restaurant.
Ένα ζευγάρι κοιτούσε το μενού έξω από το εστιατόριο.
02
ζευγάρι, δύο
two items of the same kind
03
ζευγάρι, δυάδα
a pair of things or people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
couples
Παραδείγματα
She invited a couple of friends over for dinner.
Προσκάλεσε ένα ζευγάρι φίλους για δείπνο.
Παραδείγματα
There are a couple of mistakes in your essay you should fix.
Υπάρχουν μερικά λάθη στην έκθεσή σας που θα πρέπει να διορθώσετε.
05
ζεύγος, δυάδα
(physics) something joined by two equal and opposite forces that act along parallel lines
to couple
01
ζευγαρώνω, συνδυάζω
to bring two things or people together
Transitive: to couple two elements
Ditransitive: to couple an element with another
Παραδείγματα
The event planner wanted to couple entertainment and education to engage the audience effectively.
Ο οργανωτής της εκδήλωσης ήθελε να συνδυάσει ψυχαγωγία και εκπαίδευση για να εμπλέξει αποτελεσματικά το κοινό.
02
ζευγαρώνω, αναπαράγομαι
to engage in sexual reproduction or mating
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
couple
γ΄ ενικό πρόσωπο
couples
ενεστώτα μετοχή
coupling
απλός αόριστος
coupled
παθητική μετοχή
coupled
Παραδείγματα
During mating season, birds couple and build nests together to raise their offspring.
Κατά την περίοδο του ζευγαρώματος, τα πουλιά ζευγαρώνουν και χτίζουν μαζί φωλιές για να μεγαλώσουν τα νεαρά τους.
03
συνδέω, ζευγαρώνω
to join or connect together to form a pair
Intransitive
Παραδείγματα
The gears in the transmission couple smoothly, allowing for seamless shifting between speeds.
Τα γρανάζια στο κιβώτιο ταχυτήτων συνδέονται ομαλά, επιτρέποντας απρόσκοπτη αλλαγή ταχυτήτων.
Λεξικό Δέντρο
couplet
couple



























