Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contentious
01
διαφιλονικούμενος, εριστικός
inclined to argue or provoke disagreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contentious
συγκριτικός βαθμός
more contentious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
As a contentious debater, he enjoyed challenging opposing viewpoints in intellectual discussions.
Ως επιθετικός συνομιλητής, απολάμβανε να προκαλεί αντίθετες απόψεις σε πνευματικές συζητήσεις.
02
αμφιλεγόμενος, διαφωνητικός
causing disagreement or controversy among people
Παραδείγματα
The contentious debate over healthcare policy dominated the political agenda.
Η διαφωνητική συζήτηση για την πολιτική υγείας κυριάρχησε στην πολιτική ατζέντα.
Λεξικό Δέντρο
contentiousness
noncontentious
uncontentious
contentious
content



























