Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contentious
01
διαφιλονικούμενος, εριστικός
inclined to argue or provoke disagreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contentious
συγκριτικός βαθμός
more contentious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The contentious individual frequently initiated arguments and disagreements within the group.
Το φιλόνικο άτομο ξεκινούσε συχνά επιχειρήματα και διαφωνίες μέσα στην ομάδα.
02
αμφιλεγόμενος, διαφωνητικός
causing disagreement or controversy among people
Παραδείγματα
The contentious issue of gun control sparked heated debates among lawmakers.
Το αμφιλεγόμενο ζήτημα του ελέγχου των όπλων πυροδότησε έντονες συζητήσεις μεταξύ των νομοθετών.
Λεξικό Δέντρο
contentiousness
noncontentious
uncontentious
contentious
content



























