Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
casually
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
She casually leaned against the wall, sipping her drink.
Ανεπίσημα ακούμπησε στον τοίχο, πίνοντας το ποτό της.
1.1
αδιάφορα, με απροσεξία
without enough care, concern, or attention
Παραδείγματα
He casually dismissed the warning without reading it.
Αδιάφορα απέκρουσε την προειδοποίηση χωρίς να την διαβάσει.
02
περιστασιακά, ανεπίσημα
on an irregular or occasional basis, often without long-term involvement
Παραδείγματα
I work casually at the café on weekends.
Δουλεύω περιστασιακά στο καφέ τα σαββατοκύριακα.
03
ανέμελα, χωρίς δέσμευση
in a non-serious, emotionally detached manner, especially in dating or relationships
Παραδείγματα
He's been casually seeing someone he met online.
Βλέπει ανεπίσημα κάποιον που γνώρισε στο διαδίκτυο.
3.1
αδιάφορα, με απερισκεψία
in a way that hides real feelings or importance, as if something is not a big deal
Παραδείγματα
"Just wondering," she said casually, trying to sound indifferent.
"Απλά αναρωτιόμουν," είπε αδιάφορα, προσπαθώντας να ακούγεται αδιάφορη.
04
χαλαρά, χωρίς προσπάθεια
in a way that is easygoing and doesn't require much effort, skill, or time
Παραδείγματα
The trail is casually designed for beginner hikers.
Το μονοπάτι είναι χαλαρά σχεδιασμένο για αρχάριους πεζοπόρους.
Λεξικό Δέντρο
casually
casual



























