Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
casually
Παραδείγματα
She casually greeted her old friend as if no time had passed.
Χαιρέτησε απρόσεκτα τον παλιό της φίλο σαν να μην είχε περάσει χρόνος.
1.1
αδιάφορα, με απροσεξία
without enough care, concern, or attention
Παραδείγματα
The report was casually written and full of errors.
Η αναφορά γράφτηκε απρόσεκτα και ήταν γεμάτη λάθη.
02
περιστασιακά, ανεπίσημα
on an irregular or occasional basis, often without long-term involvement
Παραδείγματα
The team hires extra help casually during busy seasons.
Η ομάδα προσλαμβάνει επιπλέον βοήθεια περιστασιακά κατά τις πολυάσχολες εποχές.
03
ανέμελα, χωρίς δέσμευση
in a non-serious, emotionally detached manner, especially in dating or relationships
Παραδείγματα
They 're both casually involved and keeping things open.
Και οι δύο είναι περιστασιακά εμπλεκόμενοι και κρατούν τα πράγματα ανοιχτά.
3.1
αδιάφορα, με απερισκεψία
in a way that hides real feelings or importance, as if something is not a big deal
Παραδείγματα
They casually changed the subject to avoid revealing too much.
Αδιάφορα άλλαξαν θέμα για να αποφύγουν να αποκαλύψουν πάρα πολλά.
04
χαλαρά, χωρίς προσπάθεια
in a way that is easygoing and doesn't require much effort, skill, or time
Παραδείγματα
The book casually introduces complex ideas in simple terms.
Το βιβλίο χαλαρά εισάγει πολύπλοκες ιδέες με απλούς όρους.
Λεξικό Δέντρο
casually
casual



























