Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
carelessly
01
απρόσεκτα, με αμέλεια
in a manner that lacks enough care or attention
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
He handled the fragile items carelessly, causing a few to break.
Χειρίστηκε τα εύθραυστα αντικείμενα απρόσεκτα, με αποτέλεσμα να σπάσουν μερικά.
02
απερίσκεπτα, με αδιαφορία
in a relaxed, effortless, or unconcerned manner
Παραδείγματα
She carelessly draped herself across the couch with a sigh.
Απλώθηκε απερίσκεπτα στον καναπέ με ένα αναστεναγμό.
Λεξικό Δέντρο
carelessly
careless
care



























