Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caretaker
01
φύλακας, κηδεμόνας
someone hired to oversee and care for a property, person, or group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caretakers
Παραδείγματα
As the caretaker of the playground, he ensures the equipment is safe for children to use.
Ως φύλακας της παιδικής χαράς, διασφαλίζει ότι ο εξοπλισμός είναι ασφαλής για τα παιδιά.
02
προσωρινός υπεύθυνος, προσωρινός διαχειριστής
an official who performs the duties of an office temporarily
Λεξικό Δέντρο
caretaker
care
taker



























