caretaker
Pronunciation
/ˈkɛɹˌteɪkɝ/

Ορισμός και σημασία του "caretaker"στα αγγλικά

01

φύλακας, κηδεμόνας

someone hired to oversee and care for a property, person, or group
caretaker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caretakers
Παραδείγματα
As the caretaker of the playground, he ensures the equipment is safe for children to use.
Ως φύλακας της παιδικής χαράς, διασφαλίζει ότι ο εξοπλισμός είναι ασφαλής για τα παιδιά.
02

προσωρινός υπεύθυνος, προσωρινός διαχειριστής

an official who performs the duties of an office temporarily

Λεξικό Δέντρο

caretaker

care

+

taker

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store