caretaker
care
ˈkɛə
keē
ta
teɪ
tei
ker
ka
ka
carmaker

Ορισμός και σημασία του "caretaker"στα αγγλικά

01

φύλακας, κηδεμόνας

someone hired to oversee and care for a property, person, or group 
caretaker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caretakers
Παραδείγματα
As a caretaker of the historic building, she ensures its preservation and upkeep. 

Ως φύλακας του ιστορικού κτιρίου, διασφαλίζει τη διατήρηση και τη συντήρησή του.

02

προσωρινός υπεύθυνος, προσωρινός διαχειριστής

an official who performs the duties of an office temporarily 

Λεξικό Δέντρο

caretaker

care

+

taker

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store