to budge
budge
bʌʤ
baj
badgebulgebudgiebodge

Ορισμός και σημασία του "budge"στα αγγλικά

to budge
01

κουνιέμαι, μετακινώ ελαφρά

to shift or move a small amount, often reluctantly or with difficulty 
Intransitive
to budge definition and meaning
Παραδείγματα
The heavy rock wouldn't budge no matter how hard they tried to push it. 

Ο βαρύς βράχος δεν κουνιόταν όσο σκληρά και αν προσπαθούσαν να τον σπρώξουν.

02

υποχωρώ, υποκύπτω

to change one's opinion or decision after some pressure 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
budge
γ΄ ενικό πρόσωπο
budges
ενεστώτα μετοχή
budging
απλός αόριστος
budged
παθητική μετοχή
budged
Παραδείγματα
He wouldn't budge on his decision, no matter what we said. 

Δεν ήθελε να υποχωρήσει στην απόφασή του, ό,τι και να είπαμε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store