Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to budge
01
κουνιέμαι, μετακινώ ελαφρά
to shift or move a small amount, often reluctantly or with difficulty
Intransitive
Παραδείγματα
The heavy rock wouldn't budge no matter how hard they tried to push it.
Ο βαρύς βράχος δεν κουνιόταν όσο σκληρά και αν προσπαθούσαν να τον σπρώξουν.
02
υποχωρώ, υποκύπτω
to change one's opinion or decision after some pressure
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
budge
γ΄ ενικό πρόσωπο
budges
ενεστώτα μετοχή
budging
απλός αόριστος
budged
παθητική μετοχή
budged
Παραδείγματα
He wouldn't budge on his decision, no matter what we said.
Δεν ήθελε να υποχωρήσει στην απόφασή του, ό,τι και να είπαμε.



























