budge
budge
bəʤ
μπατζ
/bˈʌd‍ʒ/

Ορισμός και σημασία του "budge"στα αγγλικά

to budge
01

κουνιέμαι, μετακινώ ελαφρά

to shift or move a small amount, often reluctantly or with difficulty
Intransitive
to budge definition and meaning
Παραδείγματα
The stubborn drawer would n't budge, making it challenging to access the utensils inside.
Το πεισματάρικο συρτάρι δεν ήθελε να κουνηθεί, καθιστώντας δύσκολη την πρόσβαση στα σκεύη μέσα.
02

υποχωρώ, υποκύπτω

to change one's opinion or decision after some pressure
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
budge
γ΄ ενικό πρόσωπο
budges
ενεστώτα μετοχή
budging
απλός αόριστος
budged
παθητική μετοχή
budged
Παραδείγματα
They tried to negotiate, but the seller refused to budge on the price.
Προσπάθησαν να διαπραγματευτούν, αλλά ο πωλητής αρνήθηκε να υποχωρήσει στην τιμή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store