Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bristle
01
τρίχα, σκληρή τρίχα
a short, thick, coarse hair growing naturally on an animal or person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bristles
Παραδείγματα
The boar's bristles were rough to the touch.
Οι τρίχες του αγριόχοιρου ήταν τραχιές στην αφή.
02
τρίχα, ίνα
a stiff, coarse fiber, natural or synthetic, used in brushes or similar tools
Παραδείγματα
The broom's synthetic bristles wore down over time.
Οι συνθετικές τρίχες της σκούπας φθάρηκαν με το πέρασμα του χρόνου.
to bristle
01
ανασηκώνομαι, αντιδρώ επιθετικά
to react in an angry, aggressive, or defensive manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bristle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bristles
ενεστώτα μετοχή
bristling
απλός αόριστος
bristled
παθητική μετοχή
bristled
Παραδείγματα
The team bristled when their strategy was mocked.
Η ομάδα αντιδράσει με θυμό όταν η στρατηγική τους χλεύαστηκε.
02
είναι γεμάτος από, σφύζει από
to be filled or crowded with a large number of something
Intransitive
Παραδείγματα
The forest bristled with hidden wildlife.
Το δάσος γέμιζε από κρυμμένη άγρια ζωή.
03
ανατριχιάζω, εξοργίζομαι
to react or respond with anger, irritation, or indignation, often by stiffening or erecting hairs or bristles on the body
Intransitive
04
ανασηκώνομαι, αναστατώνω
to be thickly covered with or as if with stiff hairs or spines
Intransitive: to bristle with sth
Παραδείγματα
The cactus bristled with sharp spines.
Ο κάκτος αγκαθώθηκε με κοφτερές αγκάθες.
Λεξικό Δέντρο
bristlelike
bristly
bristle



























