Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bold
01
τολμηρός, θαρραλέος
(of a person) brave and confident, with the ability to take risks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
boldest
συγκριτικός βαθμός
bolder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bold entrepreneur invested all of her savings into her startup, believing in its potential.
Ο τολμηρός επιχειρηματίας επένδυσε όλες τις οικονομίες της στο startup της, πιστεύοντας στο δυναμικό του.
02
τολμηρός, θαρραλέος
(of a manner) showing confidence and willingness to take risks, often without fear or hesitation
Παραδείγματα
Her bold manner during the debate impressed everyone in the audience.
Ο τολμηρός τρόπος της κατά τη διάρκεια της συζήτησης εντυπωσίασε όλο το κοινό.
03
απόκρημνος, απότομος
(of terrain or structures) steep or having a prominent, nearly vertical face
Παραδείγματα
The bold cliff dropped sharply into the sea.
Απότομος βράχος έπεφτε απότομα στη θάλασσα.
04
τολμηρός, ζωντανός
causing strong visual impact through clarity, vividness, or intensity
Παραδείγματα
Bold colors can bring energy and life to any space, making it feel more dynamic.
Τα έντονα χρώματα μπορούν να φέρουν ενέργεια και ζωή σε οποιοδήποτε χώρο, κάνοντάς τον να φαίνεται πιο δυναμικός.
05
τολμηρός, σαφής
(of a flavor) dominant but not necessarily harsh
Παραδείγματα
The dark chocolate had a bold bitterness balanced with hints of cherry.
Η σοκολάτα είχε μια τολμηρή πικρία ισορροπημένη με νότες κερασιού.
Bold
01
έντονα, έντονη γραφή
a font style characterized by thick, heavy lines for emphasis or visibility
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bolds
Παραδείγματα
The heading was printed in bold to attract attention.
Ο τίτλος τυπώθηκε έντονα για να προσελκύσει την προσοχή.
Λεξικό Δέντρο
boldly
boldness
overbold
bold



























