boisterous
bois
ˈbɔɪs
μποϊσ
te
τα
rous
rəs
ρασ

Ορισμός και σημασία του "boisterous"στα αγγλικά

boisterous
01

θορυβώδης, αχαλίνωτος

marked by a lack of control or discipline 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boisterous
συγκριτικός βαθμός
more boisterous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, emotion, society
Παραδείγματα
The boisterous crowd ignored the speaker and shouted over each other. 

Ο θορυβώδης όχλος αγνόησε τον ομιλητή και φώναζε ο ένας πάνω στον άλλο.

02

θορυβώδης, ζωηρός

exuberantly energetic in a rough or spirited way 
Παραδείγματα
The puppies were boisterous, tumbling over each other in play. 

Τα κουτάβια ήταν θορυβώδη, κυλιόμενα το ένα πάνω στο άλλο στο παιχνίδι.

03

θορυβώδης, ατίθασος

chaotic in motion or atmosphere 
Παραδείγματα
The boisterous sea tossed the boat like a toy. 

Η θυελλώδης θάλασσα πέταξε τη βάρκα σαν παιχνίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

boisterously
boisterousness
boisterous
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store