boisterous
bois
ˈbɔɪs
μποϊσ
te
τερ
rous
rəs
ρασ
/bˈɔ‍ɪstəɹəs/

Ορισμός και σημασία του "boisterous"στα αγγλικά

boisterous
01

θορυβώδης, αχαλίνωτος

marked by a lack of control or discipline
Παραδείγματα
Their boisterous antics got them kicked out of the theater.
Οι θορυβώδεις αταξίες τους οδήγησαν στο να τους διώξουν από το θέατρο.
02

θορυβώδης, ζωηρός

exuberantly energetic in a rough or spirited way
Παραδείγματα
The festival was filled with boisterous dancing and music.
Το φεστιβάλ ήταν γεμάτο θορυβώδη χορό και μουσική.
03

θορυβώδης, ατίθασος

chaotic in motion or atmosphere
Παραδείγματα
The sky turned boisterous with thunder and flashing lightning.
Ο ουρανός έγινε θορυβώδης με βροντές και αστραπές.

Λεξικό Δέντρο

boisterously
boisterousness
boisterous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store