impertinent
Pronunciation
/ˌɪmˈpɝtənənt/

Ορισμός και σημασία του "impertinent"στα αγγλικά

impertinent
01

αναιδής, αγενής

(of a person) rudely bold in speech or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impertinent
συγκριτικός βαθμός
more impertinent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was impertinent, speaking over his colleagues without any regard for their opinions.
Ήταν αναιδής, μιλώντας πάνω από τους συναδέλφους του χωρίς καμία εκτίμηση για τις απόψεις τους.
02

ανάρμοστος, άσχετος

irrelevant to the matter at hand
Παραδείγματα
His impertinent observations about her private affairs were irrelevant to the discussion.
Οι απρεπείς παρατηρήσεις του για τις ιδιωτικές της υποθέσεις ήταν άσχετες με τη συζήτηση.
03

αναιδής, ασεβής

showing a lack of respect or undue boldness in actions or behavior
Παραδείγματα
His impertinent questioning made everyone uncomfortable.
Οι αναιδείς ερωτήσεις του έκαναν όλους να νιώθουν άβολα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store