impersonator
im
ɪm
ιμ
per
ˈpɜ:
περ
so
σα
na
neɪ
νει
tor
τα

Ορισμός και σημασία του "impersonator"στα αγγλικά

01

μιμητής, προσωποποιητής

a performer who imitates or mimics the appearance, mannerisms, voice, or actions of another person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
impersonators
Παραδείγματα
The impersonator flawlessly mimicked the famous singer's voice and stage presence during the tribute show. 

Ο μιμητής μιμήθηκε άψογα τη φωνή και τη σκηνική παρουσία του διάσημου τραγουδιστή κατά τη διάρκεια της παράστασης αφιέρωσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impersonator
impersonate
personate
person
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store