Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impersonate
01
μιμούμαι, προσποιούμαι ότι είμαι
to act or pretend to be someone else, typically for the purpose of entertainment or mimicry
Transitive: to impersonate sb
Παραδείγματα
He would often impersonate his teachers at school, mimicking their voices and gestures for fun.
Συχνά παρωμούσε τους δασκάλους του στο σχολείο, μιμούμενος τις φωνές και τις χειρονομίες τους για διασκέδαση.
02
μιμούμαι, προσποιούμαι ότι είμαι κάποιος άλλος
to pretend to be someone else, usually for deceptive or fraudulent purposes
Transitive: to impersonate sb
Παραδείγματα
The police warned the public about a scammer who was known to impersonate utility workers to gain entry into people's homes.
Η αστυνομία προειδοποίησε το κοινό για έναν απατεώνα που ήταν γνωστός ότι προσποιείται ότι είναι εργαζόμενος σε δημόσιες υπηρεσίες για να εισέλθει στα σπίτια των ανθρώπων.
03
μιμούμαι, παρωδώ
to imitate someone's voice, characteristics, or behavior to entertain others
Transitive: to impersonate sb
Παραδείγματα
The sketch artist impersonated several politicians during the comedy show.
Ο σκιτσογράφος παρωδούσε πολλούς πολιτικούς κατά τη διάρκεια της κωμικής παράστασης.
Λεξικό Δέντρο
impersonator
impersonate
personate
person



























