Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impersonate
01
μιμούμαι, προσποιούμαι ότι είμαι
to act or pretend to be someone else, typically for the purpose of entertainment or mimicry
Transitive: to impersonate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impersonate
γ΄ ενικό πρόσωπο
impersonates
ενεστώτα μετοχή
impersonating
απλός αόριστος
impersonated
παθητική μετοχή
impersonated
Παραδείγματα
The actor was able to impersonate the famous politician so convincingly that even close associates were fooled.
Ο ηθοποιός μπόρεσε να παρουσιάσει τον διάσημο πολιτικό τόσο πειστικά που ακόμη και οι στενοί συνεργάτες εξαπατήθηκαν.
02
μιμούμαι, προσποιούμαι ότι είμαι κάποιος άλλος
to pretend to be someone else, usually for deceptive or fraudulent purposes
Transitive: to impersonate sb
Παραδείγματα
The scammer attempted to impersonate a bank representative in order to obtain sensitive financial information.
Ο απατεώνας προσπάθησε να παρουσιαστεί ως εκπρόσωπος τράπεζας για να αποκτήσει ευαίσθητες οικονομικές πληροφορίες.
03
μιμούμαι, παρωδώ
to imitate someone's voice, characteristics, or behavior to entertain others
Transitive: to impersonate sb
Παραδείγματα
He loves to impersonate famous actors to make his friends laugh.
Λατρεύει να μιμείται διάσημους ηθοποιούς για να κάνει τους φίλους του να γελάσουν.
Λεξικό Δέντρο
impersonator
impersonate
personate
person



























