impersonator
Pronunciation
/ˌɪmˈpɝsəneɪtɝ/

Ορισμός και σημασία του "impersonator"στα αγγλικά

01

μιμητής, προσωποποιητής

a performer who imitates or mimics the appearance, mannerisms, voice, or actions of another person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impersonators
Παραδείγματα
The impersonator's performances were a hit, drawing laughter and applause from audiences wherever he went.
Οι εμφανίσεις του μιμητή ήταν επιτυχημένες, προκαλώντας γέλια και χειροκροτήματα από το κοινό όπου κι αν πήγαινε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store