Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impersonator
01
μιμητής, προσωποποιητής
a performer who imitates or mimics the appearance, mannerisms, voice, or actions of another person
Παραδείγματα
The impersonator's performances were a hit, drawing laughter and applause from audiences wherever he went.
Οι εμφανίσεις του μιμητή ήταν επιτυχημένες, προκαλώντας γέλια και χειροκροτήματα από το κοινό όπου κι αν πήγαινε.
Λεξικό Δέντρο
impersonator
impersonate
personate
person



























