impetigo
im
ˌɪm
im
pe
pi
ti
ˈtaɪ
tai
go
gəʊ
gew

Ορισμός και σημασία του "impetigo"στα αγγλικά

01

ακμή, μολυσματική βακτηριακή λοίμωξη του δέρματος

a contagious bacterial skin infection causing red sores that turn into yellowish-brown crusts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impetigos
Παραδείγματα
Good hygiene practices help prevent the spread of impetigo. 

Οι καλές πρακτικές υγιεινής βοηθούν στην πρόληψη της εξάπλωσης της αυτομολυσματικής πυοδερμίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store