Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impiety
01
ασέβεια, ασέλγεια
the quality or state of lacking respect or admiration, especially for God
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
impieties
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
impiety
piety



























