impiety
Pronunciation
/ɪmpˈaɪəɾi/

Ορισμός και σημασία του "impiety"στα αγγλικά

01

ασέβεια, ασέλγεια

the quality or state of lacking respect or admiration, especially for God
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store