impiety
im
ɪm
im
pie
ˈpaɪə
paie
ty
ti
ti
medietynimietyinebrietyinsobriety

Ορισμός και σημασία του "impiety"στα αγγλικά

01

ασέβεια, ασέλγεια

the quality or state of lacking respect or admiration, especially for God 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impieties
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store