impetigo
Pronunciation
/ɪmpˈɛɾɪɡˌoʊ/

Ορισμός και σημασία του "impetigo"στα αγγλικά

01

ακμή, μολυσματική βακτηριακή λοίμωξη του δέρματος

a contagious bacterial skin infection causing red sores that turn into yellowish-brown crusts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Impetigo is common in young children, especially those in close quarters like daycare.
Η αυτοματοποίηση είναι κοινή σε μικρά παιδιά, ειδικά σε εκείνα που βρίσκονται σε κλειστούς χώρους όπως παιδικοί σταθμοί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store