impertinent
im
ɪm
im
per
ˈpɜ:
ti
ti
nent
nənt
nēnt
impermanent

Ορισμός και σημασία του "impertinent"στα αγγλικά

impertinent
01

αναιδής, αγενής

(of a person) rudely bold in speech or behavior 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impertinent
συγκριτικός βαθμός
more impertinent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She couldn't believe how impertinent Tom was for questioning her authority in front of everyone. 

Δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο αναιδής ήταν ο Tom αμφισβητώντας την εξουσία της μπροστά σε όλους.

02

ανάρμοστος, άσχετος

irrelevant to the matter at hand 
Παραδείγματα
The lawyer's impertinent remarks were dismissed by the judge as irrelevant. 

Οι απρεπείς παρατηρήσεις του δικηγόρου απορρίφθηκαν από τον δικαστή ως άσχετες.

03

αναιδής, ασεβής

showing a lack of respect or undue boldness in actions or behavior 
Παραδείγματα
His impertinent remarks during the meeting annoyed his colleagues. 

Οι αναιδείς παρατηρήσεις του κατά τη διάρκεια της συνάντησης ενόχλησαν τους συναδέλφους του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store