Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impertinent
Παραδείγματα
He was impertinent, speaking over his colleagues without any regard for their opinions.
Ήταν αναιδής, μιλώντας πάνω από τους συναδέλφους του χωρίς καμία εκτίμηση για τις απόψεις τους.
02
ανάρμοστος, άσχετος
irrelevant to the matter at hand
Παραδείγματα
His impertinent observations about her private affairs were irrelevant to the discussion.
Οι απρεπείς παρατηρήσεις του για τις ιδιωτικές της υποθέσεις ήταν άσχετες με τη συζήτηση.
03
αναιδής, ασεβής
showing a lack of respect or undue boldness in actions or behavior
Παραδείγματα
His impertinent questioning made everyone uncomfortable.
Οι αναιδείς ερωτήσεις του έκαναν όλους να νιώθουν άβολα.
Λεξικό Δέντρο
impertinent
pertinent
pertin



























