Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to soften up
01
μαλακώνω, είμαι ευγενικός για να επηρεάσω
to be kind to someone with the intention of increasing the chances of them agreeing to one's request
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
soften
ενεστώτας
soften up
γ΄ ενικό πρόσωπο
softens up
ενεστώτα μετοχή
softening up
απλός αόριστος
softened up
παθητική μετοχή
softened up
Παραδείγματα
She decided to soften up her colleague by complimenting their work before discussing the project changes.
Αποφάσισε να μαλακώσει τον συνάδελφό της επαινώντας τη δουλειά τους πριν συζητήσουν τις αλλαγές του έργου.
02
μαλακώνω, στρατηγικά αποδυναμώνω
to strategically weaken an enemy, making them more vulnerable to subsequent attacks or negotiations
Παραδείγματα
Diplomats engaged in negotiations to soften up the rival nation before discussing more contentious issues.
Οι διπλωμάτες συμμετείχαν σε διαπραγματεύσεις για να μαλακώσουν το αντίπαλο έθνος πριν συζητήσουν πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα.
03
μαλακώνω, απαλύνω
to make something less hard or rough
Παραδείγματα
The constant stream of water over the years began to soften up the jagged edges of the stone steps.
Η συνεχής ροή του νερού με τα χρόνια άρχισε να μαλακώνει τις οξείες άκρες των πέτρινων σκαλιών.



























