wan
wan
wɒn
von
yonronhoncon

Ορισμός και σημασία του "wan"στα αγγλικά

01

χλωμός, κουρασμένος

pale or sickly, typically due to fear, illness, or exhaustion 
wan definition and meaning
Παραδείγματα
Her wan complexion was a clear sign that she had been feeling unwell for days. 

Το χλωμό χρώμα του δέρματός της ήταν σαφές σημάδι ότι αισθανόταν άσχημα για μέρες.

02

χλωμός, αδύναμος

weakly and feeble, often used to describe light that is dim or faint 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wanest
συγκριτικός βαθμός
waner
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wan light of the early morning barely illuminated the room. 

Το αμυδρό φως του πρωινού μόλις φώτιζε το δωμάτιο.

03

χλωμός, ξεθωριασμένος

(of a smile) unenthusiastic in expression 
Παραδείγματα
She gave a wan smile, clearly too tired to engage. 

Έδωσε ένα χλωμό χαμόγελο, προφανώς πολύ κουρασμένη για να ασχοληθεί.

to wan
01

μαραίνομαι, αδυνατίζω

to lose vitality and become visibly weak or lifeless 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
wan
γ΄ ενικό πρόσωπο
wans
ενεστώτα μετοχή
wanning
απλός αόριστος
wanned
παθητική μετοχή
wanned
Παραδείγματα
He began to wan after days without food. 

Άρχισε να αδυνατίζει μετά από μέρες χωρίς φαγητό.

Λεξικό Δέντρο

wanly
wanness
wan
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store