Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wan
01
χλωμός, κουρασμένος
pale or sickly, typically due to fear, illness, or exhaustion
Παραδείγματα
His wan expression was the result of a long night without sleep.
Η χλωμή του έκφραση ήταν το αποτέλεσμα μιας μακριάς νύχτας χωρίς ύπνο.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wanest
συγκριτικός βαθμός
waner
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old, wan streetlights struggled to penetrate the thick fog that blanketed the city.
Τα παλιά, αμυδρά φώτα του δρόμου αγωνίζονταν να διαπεράσουν τον πυκνό ομίχλη που σκεπαζε την πόλη.
03
χλωμός, ξεθωριασμένος
(of a smile) unenthusiastic in expression
Παραδείγματα
He forced a wan smile, trying to appear polite.
Ανάγκασε ένα χλωμό χαμόγελο, προσπαθώντας να φαίνεται ευγενικός.
to wan
01
μαραίνομαι, αδυνατίζω
to lose vitality and become visibly weak or lifeless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
wan
γ΄ ενικό πρόσωπο
wans
ενεστώτα μετοχή
wanning
απλός αόριστος
wanned
παθητική μετοχή
wanned
Παραδείγματα
The child wanned quickly in the cold, damp air.
Το παιδί μαράθηκε γρήγορα στον κρύο, υγρό αέρα.
Λεξικό Δέντρο
wanly
wanness
wan



























