Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wan
01
χλωμός, κουρασμένος
pale or sickly, typically due to fear, illness, or exhaustion
Παραδείγματα
Her wan complexion was a clear sign that she had been feeling unwell for days.
Το χλωμό χρώμα του δέρματός της ήταν σαφές σημάδι ότι αισθανόταν άσχημα για μέρες.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wanest
συγκριτικός βαθμός
waner
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wan light of the early morning barely illuminated the room.
Το αμυδρό φως του πρωινού μόλις φώτιζε το δωμάτιο.
03
χλωμός, ξεθωριασμένος
(of a smile) unenthusiastic in expression
Παραδείγματα
She gave a wan smile, clearly too tired to engage.
Έδωσε ένα χλωμό χαμόγελο, προφανώς πολύ κουρασμένη για να ασχοληθεί.
to wan
01
μαραίνομαι, αδυνατίζω
to lose vitality and become visibly weak or lifeless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
wan
γ΄ ενικό πρόσωπο
wans
ενεστώτα μετοχή
wanning
απλός αόριστος
wanned
παθητική μετοχή
wanned
Παραδείγματα
He began to wan after days without food.
Άρχισε να αδυνατίζει μετά από μέρες χωρίς φαγητό.
Λεξικό Δέντρο
wanly
wanness
wan



























