Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blanched
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blanched
συγκριτικός βαθμός
more blanched
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, health, emotion
Παραδείγματα
His blanched face revealed the depth of his terror.
Το χλωμό του πρόσωπο αποκάλυψε το βάθος του τρόμου του.
02
λελασμένος, αναπτυγμένος χωρίς χλωροφύλλη λόγω στέρησης φωτός
(especially of plants) developed without chlorophyll by being deprived of light
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blanched
blanch



























