Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pallid
01
χλωμός, ξεθωριασμένος
abnormally pale, lacking in color, and often associated with illness, shock, or a lack of vitality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pallid
συγκριτικός βαθμός
more pallid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patient's pallid complexion raised concerns among the medical staff.
Το χλωμό χρώμα του δέρματος του ασθενούς προκάλεσε ανησυχία στο ιατρικό προσωπικό.
02
χλωμός, σβηστός
(of light) not intense or radiant
Παραδείγματα
A pallid glow seeped through the fog, barely illuminating the path.
Μια ωχρή λάμψη διείσδυε μέσα από την ομίχλη, μόλις φωτίζοντας το μονοπάτι.
03
χλωμός, άνοστος
weakly executed and failing to engage or impress
Παραδείγματα
The movie was a pallid adaptation, stripping the novel of its emotional weight.
Η ταινία ήταν μια χλωμή προσαρμογή, που αφαίρεσε από το μυθιστόρημα το συναισθηματικό του βάρος.
Λεξικό Δέντρο
pallidly
pallidness
pallid



























