blanched
blanched
blænʧt
μπλαιντστ
/blˈɑːnt‍ʃt/

Ορισμός και σημασία του "blanched"στα αγγλικά

01

χλωμός, ξεθωριασμένος

pale, often due to fear, shock, or illness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blanched
συγκριτικός βαθμός
more blanched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The child ’s blanched cheeks were a clear sign she was n’t feeling well.
Τα χλωμά μάγουλα του παιδιού ήταν σαφές σημάδι ότι δεν αισθανόταν καλά.
02

λελασμένος, αναπτυγμένος χωρίς χλωροφύλλη λόγω στέρησης φωτός

(especially of plants) developed without chlorophyll by being deprived of light
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store