Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unseen
01
αόρατος, ανεπαίσθητος
not seen or perceived
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unseen
συγκριτικός βαθμός
more unseen
διαβαθμίσιμο
02
απροσδόκητος, απρόβλεπτος
occurring without prior knowledge or expectation
Παραδείγματα
The unseen twist in the plot left the audience stunned.
Η απρόβλεπτη ανατροπή στην πλοκή άφησε το κοινό κατάπληκτο.
Παραδείγματα
The unseen flaws in the software became apparent only after it was released to users.
Τα αθέατα ελαττώματα στο λογισμικό έγιναν εμφανή μόνο μετά την κυκλοφορία του στους χρήστες.
Unseen
01
αόρατο, πνευματικός κόσμος
a belief that there is a realm controlled by a divine spirit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























