unseen
un
ʌn
an
seen
ˈsi:n
sin
baleenravinecaseinspleen

Ορισμός και σημασία του "unseen"στα αγγλικά

01

αόρατος, ανεπαίσθητος

not seen or perceived 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unseen
συγκριτικός βαθμός
more unseen
διαβαθμίσιμο
02

απροσδόκητος, απρόβλεπτος

occurring without prior knowledge or expectation 
Παραδείγματα
The unseen twist in the plot left the audience stunned. 

Η απρόβλεπτη ανατροπή στην πλοκή άφησε το κοινό κατάπληκτο.

03

αόρατος, απαρατήρητος

not observed or noticed 
Παραδείγματα
The unseen flaws in the software became apparent only after it was released to users. 

Τα αθέατα ελαττώματα στο λογισμικό έγιναν εμφανή μόνο μετά την κυκλοφορία του στους χρήστες.

01

αόρατο, πνευματικός κόσμος

a belief that there is a realm controlled by a divine spirit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store