Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unexpected
01
απροσδόκητος, απρόβλεπτος
happening or appearing without warning, causing surprise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unexpected
συγκριτικός βαθμός
more unexpected
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
events, surprise, timing
Παραδείγματα
The unexpected rain shower caught everyone at the outdoor picnic off guard.
Η απροσδόκητη νεροποντή πήρε όλους στον ύπνο στη υπαίθρια πικνίκ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unexpectedly
unexpected
expected
expect



























