unexpected
Pronunciation
/ˌənɪkˈspɛktɪd/

Ορισμός και σημασία του "unexpected"στα αγγλικά

unexpected
01

απροσδόκητος, απρόβλεπτος

happening or appearing without warning, causing surprise
unexpected definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unexpected
συγκριτικός βαθμός
more unexpected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unexpected plot twist in the movie kept audiences on the edge of their seats.
Η απροσδόκητη ανατροπή της πλοκής στην ταινία κράτησε το κοινό στην άκρη της θέσης του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store