unexceptionable
Pronunciation
/ˌʌnɛksˈɛpʃənəbəl/

Ορισμός και σημασία του "unexceptionable"στα αγγλικά

unexceptionable
01

ανεπίληπτος, τέλειος

entirely satisfactory and acceptable, without any fault
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unexceptionable
συγκριτικός βαθμός
more unexceptionable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The judge 's ruling was based on unexceptionable logic and fairness.
Η απόφαση του δικαστή βασίστηκε σε αψεγάδιαστη λογική και δικαιοσύνη.

Λεξικό Δέντρο

unexceptionable
exceptionable
exception
except
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store