unexceptionable
un
ʌn
an
exc
ɪks
iks
ep
ɛp
ep
tio
ʃə
shē
nable
nəəbl
nēēbl
exceptionable

Ορισμός και σημασία του "unexceptionable"στα αγγλικά

unexceptionable
01

ανεπίληπτος, τέλειος

entirely satisfactory and acceptable, without any fault 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unexceptionable
συγκριτικός βαθμός
more unexceptionable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The candidate's unexceptionable qualifications made her the ideal choice for the job. 

Οι ανεπίληπτες προσόντα της υποψήφιας την έκαναν την ιδανική επιλογή για τη δουλειά.

Λεξικό Δέντρο

unexceptionable
exceptionable
exception
except
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store