unexciting
un
ˌʌn
an
exc
ˈɪks
iks
i
ai
ting
tɪng
ting
unexacting

Ορισμός και σημασία του "unexciting"στα αγγλικά

unexciting
01

μη συναρπαστικό, χωρίς ενδιαφέρον

not causing interest or enthusiasm 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unexciting
συγκριτικός βαθμός
more unexciting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie was unexciting, with a predictable plot and no surprising twists. 

Η ταινία ήταν ανούσια, με ένα προβλέψιμο σενάριο και χωρίς εκπλήξεις.

02

βαρετός, όχι διεγερτικός

not stimulating 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store