unexciting
Pronunciation
/ənɪkˈsaɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unexciting"στα αγγλικά

unexciting
01

μη συναρπαστικό, χωρίς ενδιαφέρον

not causing interest or enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unexciting
συγκριτικός βαθμός
more unexciting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team ’s performance was unexciting, missing the dynamic flair that could have won over the crowd.
Η απόδοση της ομάδας ήταν ανορέκτικη, χωρίς τη δυναμική που θα μπορούσε να κερδίσει το πλήθος.
02

βαρετός, όχι διεγερτικός

not stimulating
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store