deadening
dea
ˈdɛ
de
de
ning
nɪng
ning
deafeningdeepening

Ορισμός και σημασία του "deadening"στα αγγλικά

01

εξουδετέρωση, ουδετεροποίηση

the act of making something futile and useless (as by routine) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

βαρετός, μονότονος

boring or monotonous, making it hard to stay engaged 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deadening
συγκριτικός βαθμός
more deadening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The deadening lecture caused many students to drift off to sleep. 

Η βαρετή διάλεξη έκανε πολλούς μαθητές να κοιμηθούν.

Λεξικό Δέντρο

deadening
deaden
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store