Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deadening
01
εξουδετέρωση, ουδετεροποίηση
the act of making something futile and useless (as by routine)
Λεξικό Δέντρο
deadening
deaden
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εξουδετέρωση, ουδετεροποίηση
Λεξικό Δέντρο