deadening
dea
ˈdɛ
ντε
de
ντα
ning
nɪng
νινγκ
/dˈɛdənɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "deadening"στα αγγλικά

01

εξουδετέρωση, ουδετεροποίηση

the act of making something futile and useless (as by routine)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

βαρετός, μονότονος

boring or monotonous, making it hard to stay engaged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deadening
συγκριτικός βαθμός
more deadening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The deadening atmosphere of the empty room contributed to her feelings of loneliness.
Η πνιγηρή ατμόσφαιρα του άδειου δωματίου συνέβαλε στα συναισθήματα μοναξιάς της.

Λεξικό Δέντρο

deadening
deaden
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store