Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deadening
01
εξουδετέρωση, ουδετεροποίηση
the act of making something futile and useless (as by routine)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
deadening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deadening
συγκριτικός βαθμός
more deadening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The deadening atmosphere of the empty room contributed to her feelings of loneliness.
Η πνιγηρή ατμόσφαιρα του άδειου δωματίου συνέβαλε στα συναισθήματα μοναξιάς της.
Λεξικό Δέντρο
deadening
deaden



























