Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsealed
01
ασφράγιστο, ανοιχτό
not securely closed or fastened, typically allowing access, leakage, or contamination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsealed
συγκριτικός βαθμός
more unsealed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unsealed envelope had its contents exposed.
Ο ασφράγιστος φάκελος είχε το περιεχόμενό του εκτεθειμένο.
02
μη καθιερωμένο, μη επιβεβαιωμένο
not established or confirmed
Λεξικό Δέντρο
unsealed
sealed
seal



























