Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsavory
01
δυσάρεστος, αμφίβολος
related to actions, behaviors, or characteristics that are morally questionable or unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsavory
συγκριτικός βαθμός
more unsavory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The restaurant had to close down due to health violations and unsavory practices in the kitchen.
Το εστιατόριο έπρεπε να κλείσει λόγω παραβιάσεων υγείας και δυσάρεστων πρακτικών στην κουζίνα.
02
δυσάρεστος, δυσώδης
having an unpleasant smell or flavor
Παραδείγματα
The soup turned unsavory after sitting out overnight.
Η σούπα έγινε δυσάρεστη αφού έμεινε έξω όλη τη νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
unsavory
savory



























