unsalted
un
ʌn
αν
sal
ˈsɒl
σολ
ted
tɪd
τιντ
unsandedunmaltedunstiltedunbelted

Ορισμός και σημασία του "unsalted"στα αγγλικά

01

ανάλατο

(of food) not containing added salt 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsalted
συγκριτικός βαθμός
more unsalted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, taste, health
Παραδείγματα
The unsalted popcorn catered to those who preferred a plain and unseasoned snack. 

Το αλάτιστο ποπκόρν εξυπηρετούσε όσους προτιμούσαν ένα απλό και άνοστο σνακ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unsalted
salted
salt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store